ακήρυκτος

[акириктос] ас. (о войне) необъявленный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακήρυκτος" в других словарях:

  • ἀκήρυκτος — unannounced masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακήρυκτος — και χτος, η, ο (Α ἀκήρυκτος, ον) αυτός που δεν προαναγγέλθηκε με κήρυκα, που έγινε χωρίς προειδοποίηση, ο ξαφνικός αρχ. 1. αυτός που δεν έχει αναγορευτεί νικητής από κήρυκες, ο άδοξος 2. αυτός, για τον οποίο δεν έφερε ο κήρυκας αγγελία, άγνωστος… …   Dictionary of Greek

  • ἀκηρύκτως — ἀκήρυκτος unannounced adverbial ἀκήρυκτος unannounced masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκήρυκτον — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem acc sg ἀκήρυκτος unannounced neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτοιο — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτοις — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτου — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτους — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτων — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκηρύκτῳ — ἀκήρυκτος unannounced masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.